Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

Η φωτεινή χαραμάδα

Είχα καιρό να νιώσω τέτοια ευτυχία -στο σώμα και στην ψυχή. Πασχαλιάτικο πρωινό στο Καλλιμάρμαρο, για ένα χαλαρό τρέξιμο με τον Κωστή, όπως παλιά.

Ούτε θυμάμαι πόσον καιρό έχουμε να τρέξουμε μαζί. Ο ανοιξιάτικος ήλιος καίει τα μπράτσα, η αντηλιά γίνεται εκτυφλωτική, τα παπούτσια βουλιάζουν στο μαλακό καρβουνόχωμα, στα ακουστικά μου ο Λαυρέντης τραγουδά κι ανεβάζω ρυθμό. Μια αίσθηση αληθινής ζωής ξανά, με υλικά απλά και, δυστυχώς, ξεχασμένα. Ένας χειμώνας βυθισμένος σε περιπέτειες στο σπίτι και στη δουλειά, με δυσκολίες που έμοιαζαν να ανεβάζουν διαρκώς τον πήχη, σαν τις πίστες στα ηλεκτρονικά της εποχής μου –κάθε νέα πίστα πιο επικίνδυνη, πιο γρήγορη σε αντιδράσεις, πιο απαιτητική σε χειρισμούς. Δίπλα στα ασφυκτικά δικά μου, μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα εξίσου δύσκολη.

Μελαγχολία σε εθνική κλίμακα, ανασφάλεια, απελπισία και θυμός. Οι φίλοι μου απογοητεύονται, επαναστατούν κι αναρωτιούνται γιατί.

Ο κόσμος πιέζεται και υποφέρει – κι όχι μόνο στα λόγια. Οι πολιτικοί σχολιάζουν και κρίνουν, συνήθως χωρίς να αντιπροτείνουν, βγάζοντας επιμελώς τον εαυτό τους απ’ το πλάνο. Αυτό που ονομάζαμε αμήχανα κρίση ένα χρόνο πριν, κατακάθεται σαν μια νέα πραγματικότητα. Και τα πρωτοσέλιδα, που τρέφονται απ’ την κινδυνολογία, βάζουν όλο και πιο ζοφερά χρώματα, προσβλέποντας σε υψηλότερες πωλήσεις.

Δεν ξέρω τι είναι χειρότερο από όλα αυτά – η οικονομική ανασφάλεια, οι πραγματικές απώλειες ή ο φόβος για το άγνωστο. Για τη γενιά μου μοιάζει να βαραίνει περισσότερο η αίσθηση αποτυχίας για μια κατάσταση που δεν διαμορφώσαμε, μα θα κληθούμε να διαχειριστούμε. Η βεβαιότητα πως τα πράγματα άλλαξαν άρδην και η καθήλωση σε μια αμήχανη αναμονή. Ανήσυχοι και μουδιασμένοι, βλέπουμε τις ισορροπίες να αλλάζουν, τη ματιά μας να θολώνει, τις λύσεις να σκιάζονται απ’ την αδυναμία. Πίσω απ’ αυτά, αυτό που πιο πολύ μας πληγώνει είναι η απαξιωτική εικόνα της πατρίδας μας – όχι μόνον για τους ξένους μα, δυστυχώς, για εμάς. Εικόνα που βάφει με μαύρο κάθε σκέψη, αμφισβητεί την αξία της προσπάθειας και υπονομεύει την καλή μας πλευρά. Σαν να έγινε αίφνης μονοσήμαντα αρνητικό το πρόσημο της κοινής μας ζωής.

Όμως, δίπλα στην αμφισβήτηση και την απαξίωση υπάρχει ένας κόσμος που αντιστέκεται, έστω στα μικρά του. Ένας κόσμος που προσπαθεί να υπάρξει και τολμά να ονειρευτεί,  που παίρνει αποστάσεις, έστω προς στιγμήν, από τη γενική κατήφεια.

Που βρίσκει τρόπους να μπολιάσει τις μέρες του με κάτι αληθινό και να καταδυθεί στις δημιουργικές του δυνάμεις, για να αντέξει και να ξανανέβει στον αφρό. Που δεν χάνεται στο δάσος της μεγάλης δυσκολίας, μα σημαδεύει νέους δρόμους και αναζητά σκιερά περάσματα για να βγει σε κάποιο ξέφωτο. Που δεν το βάζει κάτω, μα επιμένει. Ένας τέτοιος μικρόκοσμος είναι εκείνος των δρομέων, ο κόσμος μας – γι’ αυτό χαίρομαι διπλά που σε τέτοιους καιρούς τον βλέπω να μεγαλώνει.

Συμφιλιωμένος με την προσπάθεια, ο δρομέας, έμπειρος ή πρωτάρης, γρήγορος ή αργός, ξέρει πώς θα θερίσει αυτό που έσπειρε. Μαθημένος στον κόπο, συναρτά τη διαδρομή με το αποτέλεσμα. Υποτάσσεται στην πειθαρχία,  εξασκεί την υπομονή, σπρώχνει τα όρια διαρκώς πιο πέρα. Στρέφει τη σκέψη στο τέλος της διαδρομής, στη γραμμή του τερματισμού,  και δουλεύει ανάστροφα, χαράζοντας δρόμο προς την αρχή. Επιμένει πεισματικά στο ακατόρθωτο και δεν το βάζει κάτω στα δύσκολα.

Πέφτει, ξανασηκώνεται και ξαναρχίζει. Την ίδια στιγμή, δεν υποτιμά τίποτα ως μικρό ή ανούσιο, γνωρίζοντας στην πράξη πως κάθε τι βαραίνει στο αποτέλεσμα.

Δεν ισχυρίζομαι πως οι δρομείς είναι καλύτεροι απ’ τους άλλους. Ωστόσο, με όλα τα φώτα στραμμένα στη σκοτεινή πλευρά του δρόμου επιλέγω να ρίξω το βλέμμα στη φωτεινή χαραμάδα που γεννιέται εκεί που συναντιόμαστε. Στην προσπάθεια του καθενός, μικρή ή μεγάλη, στη διάθεση για εξέλιξη που μάς χαρακτηρίζει, στην καθημερινή αναμέτρηση με το άγνωστο – κι ας είναι σε μικροκλίμακα.

Τρέχοντας τόσα χρόνια, έμαθα πως τίποτα δεν είναι ασήμαντο. Πως στο αποτέλεσμά μας δεν βαραίνουν μόνον τα μεγάλα – τα πολλά χιλιόμετρα και οι γρήγορες προπονήσεις – μα γράφουν με ανάλογη ένταση και τα μικρά.

Έμαθα πως υπάρχουν φορές που από μια αβλεψία ή μια κακή στιγμή χάνεις τον αγώνα κι απομακρύνεσαι απ’ το ρεκόρ. Θυμώνεις με τη ζωή, απογοητεύεσαι προς στιγμήν, χάνεις ισορροπία, μα έπειτα ξαναρχίζεις -από άλλη αφετηρία, με άλλους όρους, χάνοντας κάποια απ’ τα κεκτημένα σου, μα πλουτίζοντας σε σοφία και υπομονή. Και αυτές τις μέρες, στο σκοτεινό τοπίο που μας περιβάλλει, προσπαθώ να θυμάμαι πως όλα γίνονται βήμα το βήμα, σταγόνα τη σταγόνα, και πως μπορείς να προσπαθείς, αρκεί να ρίχνεις πεισματικά το βλέμμα στη φωτεινή χαραμάδα, αντί να βυθίζεσαι ερήμην στο μαύρο. 

Δημοσίευση στο Runner νο. 47, της Αγγελικής Κοσμοπούλου